Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

...η χαρά, ένας κανόνας που έγινε εξαίρεση...


Μεσάνυχτα στην άδεια, άγρια πια πόλη.

Περιμένω στα φανάρια να περάσω, πεζή, απέναντι. Κόκκινο με όνομα.. Ο Σταμάτης.

Τον κοιτάζω.

Πάντα του έριχνα μια ματιά. Μα αυτή την φορά τον προσέχω. Βλέπω τα μάτια του, την μύτη του, το στόμα του, το πρόσωπό του...

Με κοιτάζει.

"Τι σκέφτεσαι;" , με ρωτάει. Στέκομαι όρθια. Τέσσερα μέτρα μας χωρίζουν από το διάζωμα που είναι στημένος, στο παγερό του καβούκι.
Τι σκέφτομαι άραγε, μόνη, στην άκρη της λεωφόρου; Τα αυτοκίνητα σταματούν στο φανάρι, ύστερα ξεκινούν. Άλλα προσπερνούν με φόρα, άλλα φρενάρουν απότομα. Σαν τους ανθρώπους που συναντάς στην ζωή σου. Το βλέμμα μου έχει καρφωθεί στο μικρό κόκκινο ανθρωπάκι. Το κρύο, μου παγώνει τη μύτη και τα χέρια, αλλά όχι το μυαλό. Πόσοι άνθρωποι δεν ξέρουν να "σταματούν" σκέφτομαι, πόσοι στο όνομα της ανασφάλειας κ του, "συγνώμη, δεν κατάλαβα" έγιναν λήσταρχοι της χαράς σου;  Και πόσοι άλλοι σταματούν, δεν κάνουν βήμα, αφήνοντας στην μέση ή στην αρχή τα όνειρά;

Άνθρωποι.. Χαμογελάω. Μου βγαίνει μια απρόκλητη ειρωνεία. Παραποιώ μια παροιμία.. ‘’Τι είναι ο άνθρωπος τι είναι η ζωή του’’!
Γι αυτή τη σύντομη ζωή, πόση άχαρη διεκδίκηση; Πόση προδοσία; Απονενοημένες συμπεριφορές. Εγωισμοί κ οπισθοχωρήσεις. Υπεροψίες, θυσία στο υπερεγώ.

Σε δύο είδη χωριζόμαστε οι άνθρωποι. Σε αυτούς που κάνουν τα πάντα να προβληθούν και σ’ αυτούς που κάνουν τα πάντα να μείνουν στο σκοτάδι. Και οι δύο δυστυχείς. Οι μεν θα φτάσουν να κλέψουν ακόμη και το χαμόγελο σου, οι δε θα χαρίσουν και το δικό τους. Ούτε οι πρώτοι είναι εγκληματίες, ούτε οι δεύτεροι ήρωες. Και οι δύο κοινό στόχο έχουν την αυτοϊκανοποίηση. Και οι δύο χάσανε το μέτρο. Άδειοι και μόνοι πορεύονται. Γι αυτό το λίγο της χαράς. Η χαρά… ένας κανόνας που έγινε εξαίρεση

Στους περισσότερους τα φανάρια της συμπεριφοράς τους, της αξιοπρέπειας, της ειλικρίνειας κ του αυτοσεβασμού έχουν πάψει να λειτουργούν εδώ και καιρό. Κι αλήθεια; Μαθαίνεται ο σεβασμός και αυτοσεβασμός; Τελικά, τι γεννιέσαι και τι γίνεσαι;
 
Η έλλειψη εμπιστοσύνης αναβοσβήνει σαν τεράστια έγχρωμη επιγραφή στο κέντρο κάποιας μεγαλούπολης. Ο πιο δυνατός ήχος στα σπίτια, ο ήχος της τηλεόρασης. Όλοι οι άλλοι γίνονται ενοχλητική οχλαγωγία. Στην τηλεόραση γελάνε, διασκεδάζουν, χορεύουν, ταξιδεύουν, ερωτεύονται, χωρίζουν, τιμωρούνται, ζουν  για μας....
‘’καθένας μονάχος πορεύεται…’’ γράφει ο Ρίτσος. Να που φτάσαμε στην εποχή που μονάχος  καθένας συμπορεύεται κιόλας…

Έχουμε γίνει φοβικοί, άτολμοι. Μένουμε σαν το φανάρι που περιμένει την σειρά του, ν ανάψουμε στην ώρα μας, μην χαλάσουμε την τάξη. Μα η ζωή δεν είναι δρόμος. Αλάνα είναι. Θα τρέξεις, θα σκοντάψεις, θα πονέσεις. Κι ύστερα, θα ξανασηκωθείς για να περπατήσεις μέχρι να πάρεις φόρα πάλι.

Ο Σταμάτης μου χαμογελάει. Τα αυτοκίνητα τρέχουν. Δεν περιμένω το πράσινο ανθρωπάκι. Πάντα αυτό περίμενα για να περάσω απέναντι και πάντα έμενα στο ίδιο σημείο. Ρίχνω μια γρήγορη ματιά στο βάθος του δρόμου και διασχίζω με φόρα την λεωφόρο του μυαλού μου…  Σήμερα τα κατάφερα. Μα αυτοί οι δρόμοι έχουν πολλά φανάρια μέχρι να φτάσεις στην αλάνα….